123


qw

Food Festival: Τα μουσεία της Θεσσαλονίκης στρώνουν τραπέζι

Γευστικές προτάσεις εμπνευσμένες από έργα τέχνης και πολιτισμού παρουσιάζει τοThessaloniki Food Festival από τις 3 μέχρι και τις 15 Δεκεμβρίου μέσα από την πρωτότυπη δράση Yummy Museum, συνδέοντας την πολιτιστική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης με τη γευστική της παράδοση.Βασική ιδέα της δράσης είναι ότι, κάθε μουσείο, μια συλλογή, ένας πίνακας, ένα έκθεμα έχει κάτι να μας πει και να μας προτείνει. Ως επέκταση του θέματος παρουσιάζεται μία γευστική πρόταση που αποτελείται από ένα πιάτο και ένα ποτό. Η γευστική πρόταση σχετίζεται με το θέμα του έργου και την κοινωνική του διάσταση. Το περιεχόμενο, η αισθητική, ο τόπος, ο χρόνος δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται και η γευστική προσέγγιση. 


Κύβοι γαλοπούλας με σως μαύρης μπύρας, φάβα με οσομπούκο, πατάτες σκαφάκι με τρίμμα αυγοτάραχου, είναι ορισμένες απ τις εμπνεύσεις των δημιουργικών σεφ που προέκυψαν μέσα από συλλογές χαρακτικών, από κουστούμια και σκηνικά μιας όπερας, τους πίνακες Ρώσικης πρωτοπορίας, τα ταφικά ευρήματα είκοσι τριών αιώνων και πήλινα σκεύη της εποχής του Βυζαντίου. 

Ένας από τους στόχους της πρότασης είναι να ενισχυθεί η εξωστρέφεια μουσείων και πινακοθηκών, έτσι όπως η σύγχρονη μουσειολογική προσέγγιση επιβάλλει. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται το βάθος και οι καταγωγές αυτής της μαγείας που με τρεις λέξεις περιγράφεται ως «θεσσαλονικιώτικη γευστική παράδοση». Οι γεύσεις των μουσείων προσφέρονται στους χώρους εστίασης(καφέ-ρεστωράν)των κτιριακών τους συγκροτημάτων με συγκεκριμένη και προκαθορισμένη τιμή/μενού. 

Από την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου και μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου 2013 τα πιάτα της τέχνης προσφέρονται στα:
 Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών
 Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
 Αρχαιολογικό Μουσείο
 Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
 Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης έλκει την πρότασή του από τη Ρωσική Πρωτοπορία κι από την “Γυναίκα που πίνει”. Πρόκειται για ένα έργο του Σολομώντα Νικρίτιν, ενός Ουκρανού ζωγράφου(1898-1965), ο οποίος θεωρείται εκπρόσωπος της νεώτερης γενιάς της ρωσικής πρωτοπορίας, εκ των ιδρυτών του κινήματος του «προβολισμού».Αξιοσημείωτη εξέλιξη στην καλλιτεχνική δραστηριότητα του είναι η σειρά των γκρίζων ή μονοχρωματικών πινάκων της περιόδου 1927-1928, συνήθως μεγάλων διαστάσεων καμβάδες 
που παριστάνουν στιγμιότυπα από τη ζωή των ανθρώπων. Οι εικόνες αυτές παραπέμπουν άμεσα στον ασπρόμαυρο κινηματογράφο και έχουν δημιουργηθεί με τη λογική κινηματογραφικών «φιξ-καρέ». Η «Γυναίκα που Πίνει» (λάδι σε μουσαμά, 176 х 176 εκ), ανήκει σ’ αυτήν την σειρά. Πρόκειται για μια μοναχική φιγούρα που υψώνει ένα ποτήρι βότκας χωρίς να διακρίνεται σε ποιούς απευθύνεται, γεγονός που τοποθετεί τον θεατή στην θέση του συνδαιτυμόνα. Ο πίνακας ανήκει στη συλλογή Κωστάκη και παρουσιάζεται στον εκθεσιακό χώρο του μουσείου στην Μονή Λαζαριστών. 

Το μενού-αξίας 10 ευρώ-που προτείνει το ΚΜΣΤ είναι: καπνιστή ρέγγα στη σχάρα, κροκέτες βραστής πατάτας με ξινολάχανο και αγγουράκι τουρσί, παραλλαγή στην σκορδαλιά με μαύρο ψωμί και κρέμα Smetana (Συνοδεύεται απο σφηνάκι Vodka) 

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης επέλεξε μενού από ένα Μακεδονικό Συμπόσιο που απεικονίζεται στη ζωφόρο του Μακεδονικού Τάφου στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης και χρονολογείται ανάμεσα στο 325 με 300 π.Χ. Το συμπόσιο εκτυλίσσεται τη νύχτα στον υπαίθριο χώρο της πολυτελούς οικίας ενός υψηλόβαθμου στρατιωτικού, πιθανότατα ενός εταίρου της βασιλικής αυλής.
Πρόκειται για τη στιγμή που μετά το δείπνον ξεκινά ο πότος, το καθαυτό συμπόσιο. Στη συνάθροιση παίρνουν μέρος ώριμοι και νεότεροι άνδρες, σύντροφοι του οικοδεσπότη, ενώ καταφθάνουν και άλλοι προσκεκλημένοι. Η λέξη συμπόσιον σήμαινε απλώς «πίνουμε μαζί». Οι γυναίκες του σπιτιού δεν εμφανίζονταν στα συμπόσια, όμως συχνά συμμετείχαν άλλες γυναίκες ειδικά μισθωμένες για την περίσταση, που διασκέδαζαν τους καλεσμένους με μουσική, χορό και τα γυναικεία τους θέλγητρα. Η ψυχαγωγία, το κρασί και η μουσική συνοδεύονταν τις περισσότερες φορές και από σοβαρές συζητήσεις, όπως αυτή που περιγράφεται στο περίφημο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. 

Η γευστική πρόταση-5 ευρώ- του μουσείου είναι: κρασί κόκκινο ξινόμαυρο, καρύδια, ρόδι, σταφύλι, ξερά σύκα και παξιμάδια. 
Η πρόταση του Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού είναι η αφορμή για να αποκαλυφθούν και οι διατροφικές συνήθειες των Βυζαντινών πολλές απ τις οποίες, μάλλον, έχουμε αντιγράψει κατά γεύση.
“.…παιδί ‘σαι συ χαβιαροφάγου, σκουμπριπαλαμιδόπαστου και αντζουγοπαστοφάγου”. Σύμφωνα με τα Πτωχοπροδρομικά, ένα κείμενο του 12ου αι., αυτή ήταν η απάντηση του πατέρα προς τον γιο του όταν αυτός του ζήτησε να αγοράσει ένα σησαμάτον φρατούτζικον, (μικρό στρογγυλό φραντζολάκι με σουσάμι) μαζί με βερτζίκιον (βραστό λουκάνικο) και γαρνιρισμένο με μια πικάντικη σάλτσα από μαύρο πιπέρι και σινάπι (μουστάρδα). 
Το λιτό αυτό γεύμα συνοδευόταν από κονδίτη, ένα ποτό μαύρου χρώματος, που το ονόμαζαν και πιπεράτο για την ιδιαίτερη και αφρώδη γεύση του (μαύρη μπύρα). Οι Βυζαντινοί έτρωγαν το «άριστον», το πρώτο φαγητό της ημέρας γύρω στο μεσημέρι. Ακολουθούσε το γεύμα και το βράδυ, πριν βασιλέψει ο ήλιος, το δείπνο. Τα λαχανικά ήταν από τα σημαντικότερα συμπληρώματα στα γεύματά τους ενώ λάτρευαν τα γλυκίσματα, καθώς το μέλι που υπήρχε σε αφθονία .Τα ονόμαζαν «μελιτηρά», «μελιτώματα» ή «μελίπηκτα». 

Το μενού-10 ευρώ- είναι: χορτόσουπα, φάβα με οσομπούκο (κότσι μοσχαρίσιο με καραμελωμένα καρύδια), ποτήρι κόκκινο κρασί. 
Από το έργο“Σινιάλα” του Τάκιπου εκτίθεται αυτήν περίοδο στους χώρους του προέρχεται η γευστική πρόταση του Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
O Tάκις είναι ο δημιουργός της νέας προσέγγισης της μουσικότητας του ήχου, που στηρίζεται στην απογύμνωση και στην λειτουργική προέλευση της επαναληπτικής κατασκευής της μουσικής μορφής. Από τη δεκαετία του ’80 η κλίμακα των έργων του μεγάλωσε και το ενδιαφέρον του στράφηκε στην οργάνωση εκτενών εγκαταστάσεων και γλυπτών σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους. Ενδεικτικά είναι η εγκατάσταση ενός πραγματικού δάσους από πολυάριθμα “Σινιάλα” στην πλατεία Defence του Παρισιού (1984-7), η πρωτότυπη φωταγώγηση της Aψίδας του Θριάμβου, η μετατροπή του Yδραγωγείου της Ville de Beauvais σε μουσικό πύργο μ’ ένα δίκτυο κάθετων μεταλλικών χορδών το 1992 και η διαμόρφωση σταθμού μετρό στην Tουλούζη το 1993. 

Το Μ.Μ.Σ.Τ. προτείνει λευκό ή κόκκινο κρασί με συνοδευτικό πιάτο γεύσεων εμπνευσμένο από τα “Σινιάλα” του ΤΑΚΙ με κόστος 4 ευρώ. 
Το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών εμπνέεται για δύο διαφορετικά μενού από τις δύο συλλογές που αυτήν την περίοδο φιλοξενεί.
-Μενού “Μάκβεθ” από τα χρυσοκέντητα κοστούμια που σχεδίασε ο Γιάννης Μετζικώφ για την παράσταση«Μάκβεθ» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (1997) και εκτίθεται στην έκθεση του Ιδρύματος «Wagner-Verdi: 200 χρόνια».Ο «Μάκβεθ» είναι η πρώτη μελοποίηση του Βέρντι βασισμένη σε έργο του Σαίξπηρ.
-Μενού σε “Λευκό και Μαύρο” εμπνευσμένο από τα μέρη που έζησε και δημιούργησε η Βάσω Κατράκη. Το μενού «Σε Λευκό και Μαύρο», παίρνει γεύση από τον «λευκό θησαυρό» της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου.
-την αφρίνα όπως την ονομάζουν- και το αυγοτάραχο, ένα ακόμη ιδιαίτερο προϊόν των λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου-Αιτωλικού. 
Το έργο «Ψαράδες» εκτίθεται στην έκθεση «Βάσω Κατράκη: Σε Λευκό και Μαύρο» που φιλοξενείται στο Τελλόγλειο. Αποτελεί ένα από τα αγαπημένα θέματα της χαράκτριας. 

Μενού «Μάκβεθ» με τιμή στα 11 ευρώ.
• Σαλάτα πράσινη με κράνα, γκότζι μπέρι και πέστο καρύδι
• Κύβοι γαλοπούλας με σως μαύρης μπύρας, παντζάρι πουρέ και σπανάκι σωτέ
• Γλυκό, μαλακό μπισκότο με κρέμα κακάο, λευκό πέπλο και βύσσινο γλυκό
• Ζεστό κόκκινο κρασί με γαρύφαλλο και μανταρίνι
Μενού «Σε Λευκό και Μαύρο» με τιμή στα 6 ευρώ.
• Club sandwich με κοτόπουλο και ταλαγάνι
• Πατάτες σκαφάκι με τρίμμα αυγοτάραχου
• Σως μαγιονέζα με ελιά καλαμών
• Σαλάτα τοματίνια με αλάτι αφρίνα Μεσολογγίου και χέλι
• Δροσερή μανταρινάδα με πινελιές από τσάι βουνού